Τα «ψηλά» και τα «χαμηλά» της ΝΔ – Ποσοστά και έδρες στα 44 χρόνια μεταπολιτευτικού βίου

neadimokratia

Όλα τα σενάρια για τις πολιτικές εξελίξεις δεν αφορούν τόσο στο όνομα του νικητή των εκλογών, καθώς άπαντες έχουν προεξοφλήσει τη νίκη της Νέας Δημοκρατίας και του Κυριάκου Μητσοτάκη, αλλά στο ποσοστό που θα λάβει το κόμμα της κεντροδεξιάς κι αν αυτό θα αποδειχθεί, τελικά, ικανό για τον σχηματισμό βιώσιμης κυβέρνησης.

Άλλωστε, η προσπάθεια της κυβέρνησης δεν κατατείνει μόνον στο να μετριάσει την πρωτοπορία της Νέας Δημοκρατίας αλλά και να δημιουργήσει προϋποθέσεις πίεσης προς τα κόμματα της κεντροαριστεράς, κυρίως το Κίνημα Αλλαγής, ώστε να μην συμπράξουν με τον Κυριάκο Μητσοτάκη για το σχηματισμό κυβέρνησης.

Προς την κατεύθυνση αυτή λειτουργεί και η προοπτική της απλής αναλογικής (από τις μεθεπόμενες εκλογές) και, συνεπώς, της προσδοκίας των μικρότερων κομμάτων να κερδίσουν περισσότερες έδρες στη Βουλή. Στον αντίποδα, αυτό ακριβώς το σενάριο – δηλαδή της αδυναμίας σχηματισμού κυβέρνησης και της ανάγκης προσφυγής σε νέες κάλπες – αναμένεται να εκμεταλλευτεί και ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης ζητώντας ισχυρή εντολή πάνω στο πρόγραμμά του για μείωση της φορολογίας, προσέλκυση επενδύσεων και αύξηση της απασχόλησης.

Όλα, σε κάθε περίπτωση, θα κριθούν από το αποτέλεσμα της κάλπης και τη δυναμική που αυτό θα δώσει στο πρώτο κόμμα ή, αντιθέτως, στους «μικρότερους» καθιστώντας τη σύμπραξη με αυτούς αναγκαία και, συνεπώς, αυξάνοντας τη διαπραγματευτική τους δύναμη.

Καθώς το 2018 εμφανίζεται ως ένα πιθανό εκλογικό έτος, αν και η κυβέρνηση επιμένει ότι θα επιχειρήσει να εξαντλήσει την τετραετία στήνοντας κάλπες το 2019, το Newpost κάνει αναδρομή στις εκλογικές επιδόσεις της Ν.Δ. στα 44 χρόνια μετά τη μεταπολίτευση. Μία αναδρομή που εκτός από ιστορικό ενδιαφέρον οδηγεί και σε ένα ακόμη συμπέρασμα: στο βαθμό επιρροής του εκλογικού συστήματος στην τελική σύνθεση της Βουλής αλλά και στην αναντιστοιχία των ποσοστών του κόμματος με τις έδρες που τελικώς έλαβε στη Βουλή.

Ο ιδρυτής, ο νεότερος Καραμανλής και ο Μητσοτάκης

Δεν προκαλεί έκπληξη ότι η Ν.Δ. πέτυχε το ιστορικά υψηλό της, στις πρώτες εκλογές μετά τη μεταπολίτευση. Με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή να προσωποποιεί την αποκατάσταση της Δημοκρατίας, η νεοϊδρυθείσα τότε Ν.Δ. έλαβε το 54,37% των ψήφων και 220 έδρες στην Βουλή των 300.

Ο «εθνάρχης» Καραμανλής ήταν αυτός που κατέγραψε το υψηλότερο ποσοστό, όχι όμως και το μεγαλύτερο αριθμό ψήφων ιστορικά. Και ναι μεν αυξήθηκε το εκλογικό σώμα στα χρόνια που πέρασαν, ωστόσο αυτό από μόνον του δεν είναι αρκετό, όπως αποδεικνύει ο σταθερά αυξανόμενος αριθμός πολιτών που επιλέγουν τον καναπέ της αποχής την τελευταία δεκαετία.

Με αυτό το δεδομένο, και μία μικρή χρονική «αυθαιρεσία» ως προς τη σύγκριση, τον μέγιστο αριθμό ψηφοφόρων συγκέντρωσε 30 χρόνια αργότερα, το 2004, ο ανιψιός του ιδρυτή της Ν.Δ., Κώστας Καραμανλής. Τον μακροβιότερο Πρόεδρο και Πρωθυπουργό της Ν.Δ, ψήφισαν το 2004 3.359.058 πολίτες, δίνοντάς του το 45,36% των ψήφων και 165 έδρες.

Κι όμως αυτό το ποσοστό δεν ήταν το δεύτερο καλύτερο της Ν.Δ, μετά τις κάλπες του 1974.

Τη σχετική επίδοση είχε πετύχει ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, πατέρας του σημερινού Προέδρου της Ν.Δ., στις διαδοχικές εκλογές του 1989 – 90. Παρά τα θηριώδη ποσοστά του 46,22% στις δεύτερες κάλπες του 1989 και του 46,87% σε αυτές του 1990 και τους περισσότερους από τρία εκατομμύρια ψηφοφόρους, ο Μητσοτάκης δεν κατάφερε να εκλέξει παρά 150 βουλευτές, λαμβάνοντας τελικά στήριξη από τον Κατσίκη της ΔΗΑΝΑ. Κυβέρνηση οριακά και, τελικά, δεν απέφυγε την πρόωρη πτώση της κυβέρνησης του.

Στην εποχή των μνημονίων

Μέχρι την τραυματική για τη Ν.Δ. εκλογή του Οκτωβρίου του 2009, όταν έχασε με 10 μονάδες από το ΠΑΣΟΚ του Γ. Παπανδρέου, το πιο μικρό ιστορικά ποσοστό σε εθνικές κάλπες είχε καταγραφεί το 1981 με επικεφαλής τον Γεώργιο Ράλλη.

Γρήγορα, όμως, το μνημόνιο ήρθε να αλλάξει τους όρους της κάλπης αλλά και της διεξαγωγής του πολιτικού παιγνίου.

Διότι το ιστορικά χαμηλό του Κώστα Καραμανλή του 2009 αποδείχθηκε άπιαστος στόχος, ακόμη κι όταν ο Αντώνης Σαμαράς κατάφερε να σχηματίσει κυβέρνηση.

Με την αποχή να αυξάνεται προοδευτικά, η Ν.Δ. πέτυχε την καλύτερη μνημονιακή της επίδοση τον Ιούνιο του 2012 με 29,66% ενώ οι 129 γαλάζιοι βουλευτές, αθροίστηκαν με αυτούς του ΠΑΣΟΚ και της ΔΗΜΑΡ για το σχηματισμό πλειοψηφίας στη Βουλή.

Για την ιστορία, η μικρότερη ιστορικά κοινοβουλευτική ομάδα της Ν.Δ. είναι αυτή που προέκυψε μετά τις εκλογές του Σεπτεμβρίου 2015, καθώς αριθμούσε μόλις 75 βουλευτές, έναν λιγότερο από τις κάλπες που στήθηκαν τον Ιανουάριο του ίδιου έτους. Το παράδοξο του εκλογικού νόμου, αυτού με τον οποίο θα διεξαχθούν και οι επόμενες εκλογές, και ο οποίος μοιράζει τις έδρες ανάλογα και με το ποσοστό των κομμάτων που θα μείνουν εκτός Βουλής, αποτυπώνεται και στον πίνακα. Το 28,10% του 2015 «έδωσε» μόνον 75 βουλευτές, όταν το 18,84% του 2012 είχε δώσει 108.