Σύννεφα αβεβαιότητας πάνω από την Ευρώπη – Οι προκλήσεις του 2018

40695-20170622-sooc1498137105-1

Στο καλό σενάριο, η Ευρώπη θα γιόρταζε την Πρωτοχρονιά, έχοντας αφήσει πίσω της τα προβλήματα του μεταναστευτικού, της ύφεσης, της πολιτικής αστάθειας με την άνοδο των λαϊκιστικών κομμάτων και όλες τις κρίσεις, που άφησαν τη σφραγίδα τους στο «ασταθές» 2017.

Το κακό σενάριο περιγράφει μια Ευρώπη σε αδράνεια, λόγω των συνεχιζόμενων διαβουλεύσεων για το Brexit, της αποτυχίας σχηματισμού κυβέρνησης στη Γερμανία, της εκλογικής αναμέτρησης στην Ιταλία που θα αυξήσει την αγωνία, αλλά και της κρίσης του μεταναστευτικού που έχει διχάσει τις ευρωπαϊκές χώρες. 

Όπως αναφέρει ο «Ελεύθερος Τύπος της Κυριακής», η δεύτερη οπτική μοιάζει πιο αληθινή όσο και αν όλοι θέλουμε να είμαστε αισιόδοξοι στην αρχή της νέας χρονιάς. Η άνοδος του λαϊκισμού και η τρομοκρατία θα συνεχίσουν να απειλούν τη Γηραιά Ηπειρο. Η ισχυρή παρουσία του εθνολαϊκιστικού AfD στη Γερμανία, η νέα κυβέρνηση της Αυστρίας (με τη συμμετοχή της σκληρής Ακροδεξιάς) και η ταραχή που προκαλεί το ζήτημα της Καταλονίας δεν προδιαθέτουν για πολλά ευχάριστα γεγονότα.

Προσφυγικό – Μεταρρύθμιση Ευρωζώνης

Σε μεγάλη κρίση ενδέχεται να οδηγηθεί η Ε.Ε. λόγω του προσφυγικού το οποίο διχάζει τις χώρες-μέλη. Ορισμένες ανατολικές χώρες αρνούνται κατηγορηματικά να δέχονται πρόσφυγες από την Ελλάδα και την Ιταλία. Οι χώρες του «Βίζεγκραντ» (Πολωνία, Τσεχία, Σλοβακία, Ουγγαρία) αρνούνται να αποδεχθούν την πρόταση της Κομισιόν για ποσοστώσεις στις μετεγκαταστάσεις προσφύγων από τις χώρες της πρώτης γραμμής. Μαζί τους ενώθηκε η Αυστρία, που απέκτησε ακροδεξιά κυβέρνηση υπό τον Σεμπάστιαν Κουρτς (ο νέος δεξιός καγκελάριος αναγκάζεται να κάνει υποχωρήσεις στον εταίρο του Χάιντς Κρίστιαν Στράχε, πρόεδρο του ακροδεξιού Κόμματος των Ελευθέρων, που ορκίστηκε αντικαγκελάριος). Είναι σαφές ότι η Ελλάδα και η Ιταλία θα υποστούν όλο το βάρος μιας νέας προσφυγικής κρίσης, αν δεν αναθεωρηθεί ο Κανονισμός του Δουβλίνου.

Οσο για τη μεταρρύθμιση της ευρωζώνης μόνο δεσμεύσεις υπάρχουν προς το παρόν από τους Ευρωπαίους ηγέτες για την ολοκλήρωση της τραπεζικής ένωσης και τη σύσταση Ευρωπαϊκού Νομισματικού Ταμείου. Και για τα δύο αυτά θέματα δεν μπορεί να γίνει ουσιαστική συζήτηση όσο δεν υπάρχει κυβέρνηση στη Γερμανία κι έτσι, οι αποφάσεις για τις μεταρρυθμίσεις παραπέμφθηκαν… στον Ιούνιο.

Επίλογος για το Brexit

Στο «τραπέζι» υπάρχει η συμφωνία της Ε.Ε. με το Ηνωμένο Βασίλειο για τους όρους του Brexit, γεγονός που σημαίνει ότι θα ξεκινήσουν οι διαπραγματεύσεις για τη μελλοντική σχέση μεταξύ των δύο πλευρών (θα είναι μια ζώνη ελεύθερων συναλλαγών). Η Βρετανία ανέλαβε δεσμεύσεις για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων των Ευρωπαίων που ζουν και εργάζονται στο βρετανικό έδαφος, για την καταβολή του λογαριασμού της εξόδου και τα «μαλακά» σύνορα με την Ιρλανδία, ώστε να διασωθεί η συμφωνία ειρήνευσης στη Βόρεια Ιρλανδία. Ωστόσο, η πρωθυπουργός της Βρετανίας Τερέζα Μέι έχει πολύ μεγάλο αγώνα και τα δύσκολα είναι μπροστά της, καθώς εκτός των άλλων έχει να αντιμετωπίσει ένα «αντάρτικο» μέσα στο ίδιο το κόμμα της. Το βρετανικό Κοινοβούλιο ψήφισε τροπολογία που δίνει το δικαίωμα στο Σώμα να εγκρίνει ή να θέσει βέτο στην τελική συμφωνία με την Ε.Ε. Αυτό σημαίνει ότι τα χέρια της είναι δεμένα και θα πρέπει να δικαιολογεί κάθε κίνηση της κυβέρνησης στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων.

Οι προκλήσεις της Γερμανίας

Πέρα από το σχηματισμό κυβέρνησης -που θα είναι πολύ δυσκολότερος από άλλες χρονιές και αναμένεται να γίνει κατά τον Μάρτιο, πλην συγκλονιστικού απροόπτου και νέων εκλογών- η Γερμανία θα βρεθεί αντιμέτωπη με ένα βουνό προβλημάτων. Το βασανιστικό ερώτημα που κυριαρχεί στο μυαλό όλων είναι κατά πόσον το εναπομείναν πολιτικό κεφάλαιο της Ανγκελα Μέρκελ θα επαρκέσει για τη διαχείριση των προβλημάτων. Στο εξωτερικό κυριαρχούν τα μέτωπα της ευρωπαϊκής εμβάθυνσης, του Brexit και του προσφυγικού, ενώ τα αγκάθια στο εσωτερικό αφορούν κυρίως στην άνοδο της ακροδεξιάς AfD και δευτερευόντως σε ζητήματα της διαπραγμάτευσης με τους Σοσιαλδημοκράτες, όπως τα εργασιακά, το συνταξιοδοτικό και η Παιδεία. Εσχάτως, στους εσωτερικούς πονοκεφάλους προστέθηκε η έξαρση του αντισημιτισμού λόγω Ιερουσαλήμ.

Εξαιτίας της πολιτικής ασάφειας το Βερολίνο δεν απάντησε εντός του 2017 στις προτάσεις του Γάλλου προέδρου Εμανουέλ Μακρόν για μόνιμο υπουργό Οικονομικών της ευρωζώνης ή για τη δημιουργία ευρωπαϊκού στρατού. Αν υπάρξει περισσότερη καθυστέρηση, η Ε.Ε. κινδυνεύει να μετατραπεί σε ουραγό των εξελίξεων πίσω από ΗΠΑ, Ρωσία και Κίνα. Παράλληλα, λίγο πριν από τα Χριστούγεννα οι διαπραγματεύσεις για το Brexit πέρασαν στο κυρίως πιάτο, που σημαίνει ότι η Γερμανία επωμίζεται το κύριο βάρος τους ως οιονεί εκπρόσωπος της Ε.Ε. απέναντι στη Βρετανία. Μέσα στο πρώτο πεντάμηνο του 2018 θα φανεί πού πηγαίνει το πράγμα κι αν όλα πάνε καλά, η συμφωνία για το Brexit θα πρέπει να έχει υπογραφεί ως τον Οκτώβριο του 2018.

Διαφορετικά το Βερολίνο θα πρέπει να χειριστεί μια νέα κρίση. Στο προσφυγικό η Γερμανία καλείται να χειριστεί τη διάρρηξη της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης από την πλευρά των ανατολικών χωρών, που τίναξαν και οριστικά στον αέρα τη συμφωνία κατανομής προσφύγων από Ελλάδα και Ιταλία. Και στην ίδια τη Γερμανία, όμως, η ενσωμάτωση του 1 εκατομμυρίου μουσουλμάνων προσφύγων του 2015 παραμένει ανοιχτό ζήτημα. Η πιο ριζοσπαστική μερίδα τους ενεπλάκη σε αντισημιτικά επεισόδια (κάψιμο ισραηλινής σημαίας), αναγκάζοντας τη γερμανική ηγεσία να αναγνωρίσει την ύπαρξη σοβαρού προβλήματος και να εξαγγείλει κατασταλτικά μέτρα.

Υπό το συνεχή φόβο τρομοκρατικών χτυπημάτων, αλλά και υπό την πίεση της AfD που λεηλάτησε τη βάση των χριστιανικών κομμάτων (CDU/CSU), η επόμενη κυβέρνηση της Ανγκελα Μέρκελ αναμένεται να είναι πολύ αυστηρότερη σε θέματα ασφάλειας, απονομής ασύλου και ένωσης προσφυγικών οικογενειών.

…και της Γαλλίας του Εμ. Μακρόν

Ο Εμανουέλ Μακρόν πέρασε με επιτυχία το πρώτο κρας-τεστ με τα συνδικάτα το φθινόπωρο για τις επώδυνες αλλαγές στα εργασιακά και μέσα στο 2018 αναμένεται να προωθήσει νέο πακέτο μεταρρυθμίσεων. Θα κινηθεί ωστόσο σε δύσκολο περιβάλλον, αφού η ανάκαμψη της γαλλικής οικονομίας τους τελευταίους μήνες του 2017 δεν εξαφάνισε τα δομικά προβλήματα της γαλλικής οικονομίας, όπως η υψηλή ανεργία και το χρέος. Σε πολιτικό επίπεδο κύριος αντίπαλος του Μακρόν είναι η «Ανυπότακτη Γαλλία» του Ζαν-Λικ Μελανσόν, καθώς η Μαρίν Λεπέν εγκατέλειψε την αντιευρωπαϊκή ρητορεία της και ο νέος ηγέτης της κεντροδεξιάς, Λοράν Βοκιέ, δεν αμφισβητεί την οικονομική του πολιτική αλλά προτείνει σκληρότερα μέτρα στην ασφάλεια και το μεταναστευτικό. Οπως προβλέπει λοιπόν η ιστοσελίδα Global Risk Insights, ο μεγαλύτερος κίνδυνος για τον Γάλλο πρόεδρο προέρχεται από τις διαιρέσεις στο εσωτερικό του νεοπαγούς κεντρώου κινήματός του «Η Δημοκρατία Μπροστά» (LREM), που κυριαρχεί και στην Εθνοσυνέλευση, αλλά έχει πανσπερμία απόψεων. Υστερα από την αίσια έκβαση των εργασιακών μεταρρυθμίσεων, ο Μακρόν θα προσπαθήσει να περάσει νέα σκληρά μέτρα για τη μεσαία τάξη, που είναι βέβαιο ότι θα προκαλέσουν απεργίες και διαδηλώσεις.

Στην κορυφή της ατζέντας βρίσκεται η συνταξιοδοτική-ασφαλιστική μεταρρύθμιση και το πάγωμα μισθών στο Δημόσιο. Το ευχάριστο για τον Μακρόν είναι ότι η αριστερή εργατική συνομοσπονδία CGT, που υποκινεί τις περισσότερες απεργίες, έχασε την πρωτοκαθεδρία εγγεγραμμένων μελών στη Γαλλία από την μετριοπαθή κεντροαριστερή CFDT, που αντιδρά λιγότερο στο μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα του Ελιζέ.

Σε διεθνές επίπεδο οι φόβοι της Γαλλίας πηγάζουν από την αβεβαιότητα στις διαπραγματεύσεις του Brexit και την πολιτική αστάθεια στη Γερμανία. Η περαιτέρω απομείωση της επιρροής της Ανγκελα Μέρκελ θα υπονομεύσει αντικειμενικά το γαλλογερμανικό άξονα και τις προσπάθειες του Εμανουέλ Μακρόν να προωθήσει την ατζέντα της οικονομικής ενοποίησης της Ευρώπης. Από την άλλη η πολιτική αδυναμία της Γερμανίας ίσως επιτρέψει στον Γάλλο πρόεδρο να αναλάβει ηγετικό ρόλο στη διαμόρφωση της κοινής ευρωπαϊκής πολιτικής. Στους πρώτους μήνες της προεδρίας του ο Μακρόν απέδειξε ότι τα διεθνή θέματα είναι το φόρτε του. Ανέλαβε πρωτοβουλίες για το κλίμα ως οικοδεσπότης της διεθνούς διάσκεψης στο Παρίσι, μεσολάβησε στις κρίσεις του Λιβάνου και της Λιβύης, απέρριψε τις πιέσεις Τραμπ και Νετανιάχου για την Ιερουσαλήμ. Σε αυτό το μοτίβο αναμένεται να κινηθεί και το 2018.

Κρίσιμες εκλογές στην Ιταλία

Σε προεκλογική περίοδο εισέρχεται η Ιταλία μετά τις γιορτές, καθώς τον Μάρτιο αναμένεται να στηθούν κάλπες. Η κυβέρνηση Τζεντιλόνι οδεύει προς τις εκλογές, αφού απέρριψε οποιαδήποτε συζήτηση για τη λήψη έκτακτων μέτρων από την Κομισιόν που προειδοποιεί την Ιταλία ότι το δημόσιο χρέος της παραμένει στο 130% του ΑΕΠ.

Τα κόμματα εδώ και καιρό έχουν επιδοθεί σε οξείες αντιπαραθέσεις: σκληρή είναι η κόντρα του αρχηγού του Δημοκρατικού Κόμματος Ματέο Ρέντσι με τον Μπέπε Γκρίλο του Κινήματος Πέντε Αστέρων (MI5). Στην πολιτική σκηνή επανέρχεται και ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι, ο οποίος δηλώνει ότι «αισθάνεται 40 χρόνων!». Οι εκλογές θα γίνουν με το νέο εκλογικό νόμο που ευνοεί τις συνεργασίες κομμάτων.