Ο δρόμος στην Ε.Ε. είναι μπρος και πίσω

κομισιον2

Του Νίκου Κωνσταντάρα
Ισως η διέξοδος από την κρίση που μαστίζει τις ευρωπαϊκές χώρες να βρίσκεται στον συνδυασμό ριζοσπαστικών μέτρων που θα προωθούν την περαιτέρω ένωση των χωρών-μελών της Ε.Ε. και της επιστροφής σε δραστηριότητες που χαρακτήριζαν την κάθε χώρα πριν ενταχθεί στην Ενωση. Για να σώσουμε κάθε χώρα αλλά και το όραμα της ενωμένης Ευρώπης, δεν είναι απαραίτητο μόνο να βρεθούμε σε ένα ασφαλέστερο μέλλον, αλλά και να θυμόμαστε ποιοι είμαστε και από πού ερχόμαστε. Η Ευρώπη θα παραμείνει ενωμένη μόνο εάν ενωθεί σε βαθμό που θα παρέχει τη μεγαλύτερη αίσθηση ασφάλειας σε όλους τους λαούς της, όταν θα είναι σε θέση να «κρατήσει» κάθε χώρα που έχει ανάγκη στήριξης ώστε να μπορεί να πετύχει αλλαγές. Η σχέση είναι αμφίδρομη. Εάν η Ευρώπη και κάθε χώρα δεν αναπτυχθούν ταυτόχρονα, και στις δύο κατευθύνσεις, το παιχνίδι θα χαθεί.

Εχει σημειωθεί πολλές φορές ότι ο μόνος τρόπος να προχωρήσει η Ευρώπη προς ουσιαστικότερη ένωση είναι να υιοθετήσει θεσμούς που θα παρέχουν πραγματική ασφάλεια στους πολίτες κάθε χώρας. Από την πικρή πείρα που αποκτήσαμε τελευταίως, γνωρίζουμε ότι πρέπει να καλυφθούν βασικές ανάγκες των πολιτών για να μπορεί μια κοινωνία να αντέξει μεγάλες ανατροπές. Οι ιδέες που ήδη συζητούνται είναι στη σωστή κατεύθυνση, αλλά δεν έχουν προχωρήσει όσο θα έπρεπε: η τραπεζική ένωση, η ενιαία δημοσιονομική πολιτική και μια κεντρική τράπεζα που διατίθεται να κάνει «ό,τι χρειάζεται». Επίσης, ένα «ομοσπονδιακό» σύστημα φορολόγησης και ενιαίος οργανισμός κοινωνικής ασφάλισης θα έδιναν στους πολίτες την αίσθηση ότι όσες δυσκολίες και αν αντιμετωπίζει η δική τους χώρα, αυτοί δεν απειλούνται με αφανισμό. Η περίπτωση της Ελλάδας, και ύστερα άλλων χωρών, μας δείχνει ότι στην Ε.Ε. χρειαζόμαστε το αμερικανικό μοντέλο που συνδυάζει το «κεντρικό» με το «τοπικό» σε θέματα ζωτικής σημασίας και στην πολιτική εκπροσώπηση. Η λύση, δηλαδή, δεν είναι εξωπραγματική – έχει πετύχει αλλού.

Οι σωστές αποφάσεις, όμως, δεν θα ληφθούν όσο διαιωνίζεται το αίσθημα αδικίας και ανισότητας μεταξύ χωρών και λαών. Στην αρχή της κρίσης είδαμε πλούσιους λαούς –με προεξάρχοντες τους Γερμανούς– να διαμαρτύρονται ότι οι «τεμπέληδες και σπάταλοι Ελληνες» έτρωγαν τις δικές τους αποταμιεύσεις· ακολούθησε η αίσθηση στις χώρες που χρειάζονται στήριξη ότι οι Γερμανοί επιβάλλουν μια σκληρή και καταστρεπτική πολιτική η οποία διαλύει τις κοινωνίες τους. Οι αντιδράσεις αυτές, με τη σειρά τους, προκαλούν αγανάκτηση στις χώρες-πιστωτές και ο κύκλος του θυμού εντείνεται και υπονομεύει συνεχώς την ιδέα της περαιτέρω ένωσης. Αυτό αποδεικνύεται από το κλίμα ευρωσκεπτικισμού που εξαπλώνεται σε όλη την Ε.Ε.

Με τους δείκτες της ανεργίας να ξεπερνούν κάθε προηγούμενο, το σίγουρο είναι ότι το κλίμα δεν θα αναστραφεί σύντομα. Στην Ελλάδα τον Φεβρουάριο η ανεργία ήταν στο 27%. Πόσες νέες επιχειρήσεις θα πρέπει να ανοίξουν ή υπάρχουσες να αναπτυχθούν, για να απορροφηθούν οι σημερινοί 1,3 εκατ. άνεργοι; Ολες οι πολυεθνικές να άνοιγαν παραρτήματα στην Ελλάδα δεν θα κάλυπταν το κενό που άφησε η κατάρρευση τόσων μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων. Αυτό είναι αποτέλεσμα των στρεβλώσεων της ελληνικής οικονομίας, όπου ο εύκολος δανεισμός και ένας τεράστιος, σπάταλος και αναποτελεσματικός δημόσιος τομέας πλημμύριζαν την αγορά με χρήμα και απέτρεπαν την εξέλιξη, με αποτέλεσμα να ακυρωθεί το ένστικτο επιβίωσης των επιχειρηματιών. Ταυτόχρονα, κοντόφθαλμες ευρωπαϊκές πολιτικές ενθάρρυναν την ισοπέδωση των ιδιαιτεροτήτων κάθε χώρας, για χάρη της παγκόσμιας αγοράς, χωρίς την αναγκαία αναμόρφωση της οικονομίας της.

Ετσι, ίσως το παρελθόν δείχνει τον δρόμο. Ο πλούτος της Ελλάδας είναι ο ήλιος, η θάλασσα, ο πολιτισμός (η σκέψη και η τέχνη) και τα εξαιρετικά, ιδιαίτερα αγροτικά προϊόντα της. Ολα αυτά κράτησαν τους Ελληνες ζωντανούς, τους έκαναν παραγωγούς, ναυτικούς, έμπορους και εφευρέτες για χιλιετίες πριν από το 1981 και την ένταξη στην Ευρώπη. Για ένα διάστημα ξεχάσαμε από πού ερχόμαστε και τι μας έκανε αυτό που είμαστε. Σήμερα βρισκόμαστε σε καλύτερη θέση από πριν –με έναν εξαιρετικά εκπαιδευμένο πληθυσμό και τουριστικά και γεωργικά προϊόντα που ενδιαφέρουν όλο το κόσμο– αρκεί να τα αναπτύξουμε και να τα προσφέρουμε σωστά. Εάν αναμορφώσουμε και τη διοίκηση, εάν η Ευρώπη στηρίξει ουσιαστικά τους λαούς της –τις μικρές και μεγάλες επιχειρήσεις τους– τότε αυτή η κρίση θα είναι η αρχή για ένα καλύτερο μέλλον.

Πηγή: Η Καθημερινή