Πάντα ομίχλη, στη χώρα του ήλιου
11.01.2012ΣΤΕΛΙΟΣ ΣΥΡΜΟΓΛΟΥ
Όταν ο Μακρυγιάννης με τον Καλλέργη κάνανε την επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 κατά του Όθωνα ζητώντας Σύνταγμα, η Αμαλία, σε κάποια έκρηξη της, λέει στον Καλλέργη: «Έλληνες παράξενοι και ωραίοι, αλλόκοτοι, μα πάντα γοητευτικοί». Είναι άγνωστο αν ήταν η κρίση ή το πάθος της για τον Καλλέργη ή, τέλος πάντων, η εντύπωσή της για τις αντιφατικότητες των Ελλήνων. Όπως κι αν είναι, ο λόγος της έχει βάση. Είναι γεγονός ότι δεν μπορεί να «πιάσει» κάποιος τον Έλληνα εύκολα. Εκεί που είμαστε πιστοί και αφοσιωμένοι, ανταρτεύουμε. Εκεί που αγαπάμε με πάθος, ξαφνικά κατεβάζουμε τα ρολά, εκεί που ηλεκτριζόμαστε από μια ιδέα, από ένα πρόσωπο, από ένα ιδανικό, μας πιάνει η παραζάλη και το κακό. Κι όσο όλα αυτά δεν έχουν να κάνουν με τους ξένους, τρωγόμαστε μεταξύ μας και συχνά το ξαναβρίσκουμε. Όταν, όμως, πίσω από τα καμώματά μας ενεδρεύει το ξένο και μακροπρόθεσμο συμφέρον, κάποιαν ώρα χανόμαστε.
Έξυπνη και κουτσομπόλα ράτσα. Έχουμε τα αυτιά μας ορθάνοιχτα να ακούμε ό,τι μας κολακεύει. Το μυαλό μας το στέλνουμε να βοσκήσει στο χορτάρι. Κάπου εκεί βρίσκεται η αχίλλεια φτέρνα μας. Είμαστε κι ευρωχωριάτες. Αρπαζόμαστε απ’ την ξιπασιά και εξαντλούμε όλο το πλάτος της αλαζονείας. Αυτό που πραγματικά μας συγκινεί το απωθούμε. Άλλωστε, οι βαθιές συγκινήσεις απαιτούν και αυστηρή προσαρμογή. Εμείς θέλουμε απλωσιά. Άνεση κινήσεων, ξεγνοιασιά, την ίδια ώρα που άλλοι δουλεύουν μεθοδικά και προσεκτικά. Κάποτε ήμασταν φιλόσοφοι. Τώρα γίναμε θυμόσοφοι. Ειδικά μετά τη μεταπολίτευση, οι Έλληνες κάναμε σκυταλοδρομία πολιτικών βερμπαλισμών. Για μας, η δημοκρατία όταν χάνεται είναι θρήνος και σωστά. Τη διεκδικούμε αγωνιστικά. Όταν τη φέρουμε πάλι, ξεσπάμε και σ’ ένα παραμιλητό τέτοιο, που ξεχνάμε και την ίδια και το μέλλον της· μιλάμε για τα πιο περίεργα πράγματα με μια σπάνια ευκολία.
Θέλουμε πάντα ισότητα στο υλικό αποτέλεσμα. Ξεχνάμε πάντα τις άνισες διαδρομές που διανύουμε από τη σύλληψη των ιδεών και των επιδιώξεων, ως το αποτέλεσμα. Εκεί, λοιπόν, μας… σβερκώνουν. Μας μιλάνε οι Πιλάτοι για την ισότητα του τελικού αποτελέσματος, που δεν θα ‘ρθει ποτέ. Εμείς το περιμένουμε αμέσως με την παθητική αναμονή στη σκιά των υποσχέσεων, σε μια έρημο πράξεων άνω των 50οC. Μοιάζουμε μ’ εκείνον τον Έλληνα μετανάστη, που πήγε στην Αμερική στη δεκαετία του ’50. Του είπαν ότι εκεί τα δολάρια είναι στο δρόμο. Η τύχη του το έφερε και βρήκε ένα εκατονταδόλαρο στο λιμάνι, όταν κατέβηκε από το καράβι. Το κλότσησε: «Από τώρα θα μαζεύω;…», σκέφθηκε. Δεν ξαναβρήκε άλλο και πέρασε τα χρόνια του στις λάινες. Έλληνες παράξενοι και ωραίοι… Αδέξιοι όπως τα παιδιά. Μόνο που τα παιδιά έχουν τους μεγάλους… Είμαστε όλοι αδέξιοι. Δεν τα καταφέρνουμε να ξεχωρίζουμε το όνειρο από την πράξη, τις πραγματικότητες από τις ωραιολογίες. Μας αρέσει η αυταπάτη. Μας παραπλανούν με τα μελλούμενα, που δεν θα έρθουν, και μας συνεπαίρνουν τα παρόντα. Κοιτάζουμε μακριά τη «γραμμή των οριζόντων» και χάνουμε αυτό που μπορούν να βλέπουν τα μάτια μας και να πιάσουν τα χέρια μας. Και οι ορίζοντες χάνονται με την πρώτη ομίχλη. Πάντα ομίχλη στη χώρα του ήλιου…
Σε τούτη τη χώρα και οι πιο προωθημένες θέσεις του πνεύματος άλλων λαών, χρησιμοποιήθηκαν ως Δούρειοι Ίπποι για την αυτοκατάλυση της Τροίας-Ελλάδας. Και ο μεν διανοούμενος εύκολα δραπετεύει προς άλλες περιοχές εξαγορασμένης επιβίωσης. Ο λαός, όμως, μένει ξεριζωμένος, μέσα στην ίδια του την εστία ανέστιος. Με τους κατά καιρούς –ισμούς ένας λαός διαρθρώνει την πολιτική του και κατανέμει καλώς-κακώς το ψωμί του. Ούτε επιβιώνει ούτε σώζεται και είναι εθνικό έγκλημα, που βαραίνει καίρια την πολιτική και το διανοουμενισμό, η υποκατάσταση των εθνικών ριζών με τα αθύρματα των διάφορων –ισμών και της ευκαιριακής επικράτησης στο εφήμερο της εξουσίας. Πού θα πάει η δημοπρασία; Η πραμάτεια ξεπουλήθηκε. Κι αυτός είναι ο χειρότερος εγκλεισμός για τους Έλληνες. «Εγγενήθημεν όνειδος τοις γείτοσιν ημών, μυκτηρισμός και χλευασμός τοις κύκλω ημών». Κι όταν μας χειροκροτούν, μας σπρώχνουν προς το χειρότερο. Τίμια πράγματα: Για ποιο είναι άξια να χειροκροτηθεί η Ελλάδα; Αυτοχειροκροτούμαστε για να μην ακούγεται, όπως λέει ο Καβάφης, ο «ήχος των κτιστών».
Πολύ μαυρίλα πλάκωσε σε τούτη τη χώρα των Ρωμιών. Δεν έχει μείνει κολυμπηθρόξηλο όρθιο. Ψάχνεις με το φανάρι καταμεσήμερο να βρεις κάποιον άνθρωπο, γιατί έπαψες πια να εμπιστεύεσαι και τον… εαυτό σου. Διαφθορά, πονηριά και αρπακολατζίδικη νοοτροπία σ’ όλο το εύρος τους. Ο «πάσα ένας» σκέφτεται τα «καλά και συμφέροντά» του. Κι αν έμεινε το πράγμα σ’ αυτήν την ανθρώπινη αδυναμία, δεν θα γινόταν κουβέντα κι ούτε θα χάλαγε ο κόσμος. Απ’ αυτό, όμως, το σημείο μέχρι την απομόνωση υπάρχει χάσμα μέγα. Τι να πρωτοαναφέρει κανείς: Τις συνειδήσεις, που χωρίς αναστολή τεντώνονται κατά που βολεύει σαν λαστιχάκια; Τον ταξικό φθόνο, που καταλήγει στη βουλιμία της κατακρεούργησης του συνανθρώπου; Στην αμοραλιστική πίστη, που κινεί τη γλώσσα στο να κραυγάζει ο «θάνατός σου, η ζωή μου»; Στον πολιτισμό, που ανατρέφει το ανθρώπινο κτήνος με τα ξυλοκέρατα του μηδενός;
Ψάξτε να βρείτε κάτι όρθιο. Τζάμπα κόπος… Μόνο τα κλάματα «νηπίων και θηλαζόντων» είναι γνήσια κι ανθρώπινα. Εθνική συνείδηση; Τι είναι αυτό; Ηθική συνείδηση; Από ποιο πλανήτη κατεβήκατε για να μιλάτε για κάτι τέτοιο; Ελληνική παιδεία και γλώσσα; Την έφαγε η… μαρμάγκα και το «δηθεναριό» της αποβλακωμένης από την καλοπέραση διανόησης. Φιλοπατρία; Έχετε σώας τας φρένας, όταν μιλάτε για κάτι τέτοιο; Χρηστότητα; Δεν βλέπετε πως και οι… κότες ακόμη μάθανε να κλέβουν, να αρπάζουν και να υπεξαιρούν; Δικαιοσύνη; Δεν είδατε τίποτε; Ανέβλεψε η τυφλή Θέμιδα και ξέρετε τι βλέπει; Σκότος και ζόφος. Παράδοση; Για τέτοια θα μιλάτε τώρα; Πολιτική; Διαγκωνίζονται στους διαδρόμους της οι… «κωλοτούμπες», οι Ιανού δεινότεροι και οι πρωτεργάτες του ανέφικτου λόγω ανεπάρκειας και μόνιμης διεκδίκησης πιστοποιητικών αμοραλισμού και καιροσκοπισμού…
Καλοσύνη, αγάπη, αλληλεγγύη; Μόνιμη είναι η επωδός: Δεν πάνε να ψοφήσουνε όλοι οι άλλοι. Εγώ να είμαι καλά κι ας γίνουνε τα πάντα γης μαδιάμ. Και δεν έχουμε δει ακόμη τίποτε. Και μετά καταριόμαστε τη μοίρα μας και το ριζικό μας… Και τα βάζουμε με την Μέρκελ και τον Σαρκοζί και τους δανειστές μας, που, ούτως ή αλλέως, τα συμφέροντά τους προσπαθούν να θωρακίσουν… Κι αφορίζουμε άσκεφτα κάποιους «αντιδραστικούς», τους περιθωριακούς, που τελικά είναι οι μόνοι που αντιστέκονται και δεν θέλουν να μπουν στο μεγάλο οίκο ανοχής (και ενοχής;…), που ξημεροβραδιάζουμε εμείς. Δίκαια τραγουδάνε με τον ποιητή: «Πουταναριό της γης το χάνι, ακόμα και ο Θεός τα χάνει». Και δίκαια επαναλαμβάνουν τους στίχους του: «Ρίξε τα τείχη Μακρυγιάννη κι έλα να κλάψουμε· ό,τι πιο όμορφο είδαν τα μάτια μου σε τούτο τον τόπο είναι τα δάκρυα».
Του ίδιου αρθρογράφου:
| 10.05.2012 | Η πίστη στις αρχές | ΚΟΙΝΩΝΙΑ | |
| 20.04.2012 | Οι συγκρούσεις... | ΚΟΙΝΩΝΙΑ | |
| 11.04.2012 | Το χαρμόσυνο άγγελμα και το ανθρώπινο πρόσωπο | ΚΟΙΝΩΝΙΑ | |
| 09.04.2012 | Η σιωπούσα θεολογία | ΚΟΙΝΩΝΙΑ | |
| 02.04.2012 | Η προέλευση της γνώσης | ΚΟΙΝΩΝΙΑ | |










