Για να έχει μέλλον η Αθήνα…
18.01.2012ΟΜΗΡΟΣ ΤΣΑΠΑΛΟΣ
Η πρωτόγνωρη οικονομική και κοινωνική κρίση που βιώνουμε τα τελευταία χρόνια απασχολεί καθημερινά και καθολοκληρίαν τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης και τους πολιτικούς. Ζητήματα τοπικής διάστασης και ενδιαφέροντος παραμερίζονται και συχνά υποβαθμίζεται η σημασία τους. Προβλήματα μικρών και μεγάλων Δήμων ανά την Επικράτεια δημοσιογραφικά καλύπτονται ως συμπληρώματα στις τελευταίες σελίδες των μεγάλων εφημερίδων και μόνο όταν αυτά αναβαθμιστούν σε ζητήματα εθνικής σημασίας (όπως στην περίπτωση των σκουπιδιών πριν από δυο μήνες) τότε μπορεί και να μεταπηδήσουν στις πρώτες σελίδες ενδιαφέροντος. Και αυτό όχι τόσο για την κάλυψη της ουσίας των προβλημάτων όσο για την επικοινωνιακή κάλυψη της αντιπαράθεσης κυβέρνησης-αντιπολίτευσης, αριστερών-δεξιών, οικολόγων και δήθεν φιλελευθέρων, στον βωμό πάντα των τοπικών αιτημάτων και αναγκών.
Όσοι υποστηρίζουν ότι τα τοπικά προβλήματα των Δήμων συνιστούν μικρογραφία των παθογενειών και των συνολικότερων προβλημάτων μιας χώρας θα πρέπει να αισθάνονται δικαιωμένοι αντικρίζοντας την εικόνα που αφήνει σε κατοίκους και περαστικούς η πόλη των Αθηνών. Η οικονομική κρίση συνέβαλε, στον βαθμό βέβαια που τις αναλογεί, στην αύξηση του αριθμού των αστέγων, των τοξικομανών, της πορνείας, των εγκαταλελειμμένων μαγαζιών και κατοικιών αλλά και των καταστροφών πλατειών, κεντρικών δρόμων και κτιρίων κάθε φορά που μια μεγάλη διαδήλωση λαμβάνει χώρα στο κέντρο της πόλης.
Η Αθήνα δείχνει να έχει χάσει τον βηματισμό της. Δείχνει σαν μια πρωτεύουσα που δεν γνωρίζει το παρελθόν της, που δεν θέλει να διαχειριστεί το παρόν της και που φοβάται να αντικρύσει το μέλλον της με αισιοδοξία και ελπίδα. Δυστυχώς, τα τελευταία χρόνια, απουσιάζει μια μακροπρόθεσμη πολιτική οικονομικής, κοινωνικής και πολιτιστικής ανασυγκρότησης, ικανής να επαναφέρει τους κατοίκους στο κέντρο της οικονομικής και εμπορικής ζωής της πόλης και να μεταλλάξει την αισθητική της ταυτότητα με σκοπό να ομοιάζει περισσότερο με αυτό που πραγματικά είναι: το λίκνο της Δημοκρατίας και των καταβολών του Δυτικού Πολιτισμού.
Μέχρι στιγμής, ελάχιστα έχουν επιτευχθεί προς αυτήν την κατεύθυνση. Έχοντας ως εξαίρεση μεμονωμένες Δημαρχίες άξιων πολιτικών, το έργο των οποίων δυστυχώς δεν συνεχίστηκε και από τους επόμενους, μένουμε στατικοί απέναντι στα προβλήματα αλλά και στις ευκαιρίες που η ίδια η ιστορία και η συμβολική σημασία της πόλης μάς δίνει τόσο απλόχερα. Εμείς όμως φροντίζουμε να τις παρακάμπτουμε και να τις μετατρέπουμε σε εύκολα ιδεολογήματα που δεν χρειάζεται ούτε καν να τα λάβουμε υπόψιν γιατί «πολύ απλά δεν εφαρμόζονται». Ισοπεδωτικά και άκρως κυνικά, συνιστούν για εμάς εθνικιστικές εξάρσεις και πρόσκαιρα ημίμετρα που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα ούτε δίνουν λύσεις στις άμεσες ανάγκες των Ελλήνων πολιτών.
Όμως, η πόλη των Αθηνών δίνει από μόνη της την λύση. Η Αθήνα θα έπρεπε με βάση τα πανθομολογούμενα συγκριτικά της πλεονεκτήματα με όρους πολιτιστικού και συμβολικού πλεονάσματος, να έχει καταστεί εδώ και δεκαετίες «πολιτιστικό πάρκο» της Ευρώπης. Από την στιγμή που στερείται βιομηχανικού ή μετα-βιομηχανικού ενδιαφέροντος, σύγχρονης αρχιτεκτονικής ματιάς και αισθητικής πρωτοπορίας, θα έπρεπε χρόνια τώρα να είχε αναβαπτισθεί σε πρότυπο κέντρο Πολιτισμού, Αρχαιολογικών Ερευνών, Ιστοριογραφίας, Αρχαίας Ελληνικής Φιλοσοφίας, Δραματουργίας και κλασικής Αρχιτεκτονικής. Η πρωτογενής πηγή, η πρώτη ύλη αν θέλετε, βρίσκεται στις καταβολές όσων έζησαν και διέπρεψαν στην πόλη αυτή. Ονόματα όπως ο Πλάτωνας, ο Θουκυδίδης, Ο Αριστοτέλης και ο Φειδίας έχουν συνδέσει το όνομα τους με την πόλη των Αθηνών αλλά και οι σύγχρονες επιστήμες έχουν αφιερώσει τις απαρχές τους και τα πρώτα τους υποχρεωτικά μαθήματα σε αυτούς του ανθρώπους. Αν κάνουμε μια βόλτα στους δρόμους της Αθήνας, τίποτα δεν θυμίζει ότι αυτοί οι διαπρεπείς πολίτες του κόσμου έζησαν και μεγαλούργησαν στην πόλη αυτή. Με μια Ακαδημία Πλάτωνος ξεχασμένη και χωρίς επαρκή συγκοινωνία και εγκαταστάσεις υποδοχής επισκεπτών, με ένα Λύκειο του Αριστοτέλη να περιμένει χρόνια να αναδειχθεί πίσω από το Βυζαντινό Μουσείο και με ένα Αρχαίο Θέατρο του Διονύσου να ανιχνεύεται επαρκώς μόνο με δορυφορική λήψη, είναι δύσκολο έως αδύνατο οι κάτοικοι της πόλης να καρπωθούν τα ασύγκριτα οφέλη μια ορθολογικής και άκρως επιθετικής πολιτιστικής διαχείρισης.
Η αξιοποίηση με όρους οικονομικά ορθολογικούς και με σεβασμό πάντα στην πολιτιστική κληρονομιά και την Ιστορία που κληρονομήσαμε, συνιστά την λύση του προβλήματος της οικονομικής και κοινωνικής εξαθλίωσης που αντιμετωπίζει ο Δήμος της πόλης των Αθηνών και οι κάτοικοι του. Εκεί θα πρέπει να επενδύσουν οι Έλληνες πολιτικοί και οι τοπικοί άρχοντες αν θέλουν να δουν μετά από λίγα χρόνια την πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους να δίνει το παράδειγμα πρότυπης ανάπτυξης βασιζόμενης στα συγκριτικά πλεονεκτήματα του κάθε τόπου.
Μπορεί η Αθήνα να μην υπήρξε ποτέ πρότυπο βιομηχανικό κέντρο της Ελλάδας ή των Βαλκανίων. Υπήρξε όμως πρότυπο κέντρο Πολιτισμού, Εικαστικής Έκφρασης και Φιλοσοφίας. Η λύση στο οικονομικό αδιέξοδο της πόλης θα έλθει με την κάρπωση των ωφελημάτων που απορρέουν από αυτά τα πολιτιστικά στοιχεία. Είναι καιρός πλέον να μετατρέψουμε την Αθήνα μας από μικρογραφία του οικονομικού και κοινωνικού μαρασμού, της ανέχειας και της εθνικής μας μιζέριας σε μικρογραφία της πολιτιστικής και οικονομικής μας ανάπτυξης με όρους εκμετάλλευσης των συγκριτικών μας πλεονεκτημάτων.










